Ντόναλντ Τραμπ: «Νικάμε πάντα εμείς!»

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Πρέπει να νικήσουμε, καταλαβαίνεις κουτορνίθι; Να νικήσουμε! – γιατί την είχε συνεπάρει και εκείνην η ελπίδα της νίκης, και παρ’ όλο που αισθανόταν ότι στο τέλος δεν υπάρχουν νικητές, γιατί τίποτε δεν τελειώνει οριστικά.»
LÁSZLÓ KRASZNAHORKAI

«Νικάμε, ό,τι και να γίνει!» Οι διαπραγματεύσεις στην Ισλαμαμπάντ συνεχίζονταν ακόμη, είχαν περάσει μάλιστα σε πολύ περίπλοκο στάδιο, όταν το απόγευμα του Σαββάτου (11.04.2026) ο πρόεδρος Τραμπ έσπασε μια σπάνια σιωπή λίγων ωρών για να δηλώσει για άλλη μια φορά την επιτυχία του στον πόλεμο κατά του Ιράν, μια επιτυχία που δεν επιβεβαιώνουν οι ειδικοί. Ο πρόεδρος έφυγε από την κατοικία του λίγο πριν τις 5:00 μ.μ. και, όταν ρωτήθηκε για την απεμπλοκή των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων του Ιράν προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις, είπε:

«Νικάμε, ό,τι και να γίνει! Τους νικήσαμε στρατιωτικά. Πόντισαν μερικές νάρκες, αλλά εμείς βυθίσαμε όλα τα πλοία τους». Αναφερόμενος στον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, βασικού ζητήματος στις διαπραγματεύσεις, εξήγησε: «Πιθανότατα έσπειραν μερικές νάρκες στη θάλασσα, αλλά έχουμε ναρκαλιευτικά στην περιοχή και καθαρίζουν τα Στενά». Αναφερόταν στην είδηση ​​ότι εκείνη τη μέρα, για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, πολλά αμερικανικά πλοία άρχισαν να διασχίζουν το Ορμούζ, αμφισβητώντας έτσι τον κλοιό του ιρανικού αποκλεισμού.

Ο Τραμπ δικαιολόγησε τον θριαμβευτικό του θρίαμβο ως εξής: «Νικήσαμε το Ναυτικό τους, νικήσαμε την Πολεμική τους Αεροπορία, νικήσαμε την αντιαεροπορική τους άμυνα, νικήσαμε τα ραντάρ τους! Νικήσαμε τους ηγέτες τους! Είναι όλοι τους νεκροί!»

Στη συνέχεια, υποσχέθηκε: «Θα ανοίξουμε τα Στενά ακόμα κι αν δεν τα έχουμε ανάγκη. Κι αυτό επειδή υπάρχουν πολλές άλλες χώρες στον κόσμο που τα χρειάζονται και τώρα είναι είτε φοβισμένες είτε αδύναμες».

Στη συνέχεια, απηύθυνε προειδοποίηση προς τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η οποία, σύμφωνα με το CNN, ετοιμάζεται να προμηθεύσει όπλα αεράμυνας στην Τεχεράνη, κι αυτό ενώ επίκειται η επίσκεψη του ενοίκου του Λευκού Οίκου στο Πεκίνο που έχει προγραμματιστεί για τα μέσα Μαΐου: «Αν η Κίνα κάνει κάτι τέτοιο, θα έχει χοντρά μπλεξίματα!»

Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, που υπό τον αντιπρόεδρο Βανς ήταν ακόμη υπό εξέλιξη, παρουσιάστηκε σχεδόν αδιάφορος: «Ίσως υπάρξει συμφωνία, ίσως και όχι. Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν έχει καμία σημασία για μένα. Θα δούμε τι θα συμβεί, βρισκόμαστε σε πολύ προχωρημένες διαπραγματεύσεις με το Ιράν». Πάντως «Ανεξάρτητα του τι θα συμβεί, εμείς θα νικήσουμε!»

Vinceremo! («Θα νικήσουμε!») έλεγε και ο Μουσσορλίνι… Δυστυχώς για τον Μουσσολίνι, το αποτέλεσμα δεν ήταν νικηφόρο για τους Ιταλούς. Στο τέλος, δεν νίκησαν. Και εγώ ψάχνω να βρω ποιον πόλεμο κέρδισαν μετά τον Β΄ Π. Π. οι Αμερικανοί, και σε ποιον πέτυχαν τους στόχους που είχαν θέσει…

Οι πληροφορίες από την La Repubblica

*

*

*

 

«Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου» και άλλα ποιήματα

*

ΑΧ, ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ

Aχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Και πώς τρέχουνε
θέλοντας να μ’ αγγίξουν για να πάρουνε
λίγη αρσενικάδα που τους έλλειψε
τόσο πολύ, όσο το αλάτι στο φαΐ. Nα πάρουν
δύναμη απ’ τον άνδρα για ν’ αντέξουνε
μήπως προλάβουν να τελειώσουνε τ’ ατέλειωτα…

Αχ, οι γυναίκες του γηροκομείου.
Τι μοναξιά και να ’χουν μέσα τους
λόγια και λόγια στοιβαγμένα: Παραμύθια
θρύλους και διηγήσεις κι αδικίες κι όλα όσα
πρέπει να ειπωθούν. Mα πού παιδιά;
Πού τα εγγόνια, πού οι γιοί και οι θυγατέρες;

Σπίτια με δώματα και κάμαρες πολλές.
Kρεβατοκάμαρες, προθάλαμοι, σαλόνια, τουαλέτες.
Ε, μα, πάντα
υπάρχει χώρος για δυο τρεις τηλεοράσεις
για τράπεζες και θρόνους και πολύθρονα
σκαμπό και φουσκωτά, ντουλάπια, για σερβίτσια, γυαλικά,
υπάρχει χώρος
για τ’ ανθογυάλια, για πικάπ και ραδιόφωνα
κομπιούτερ και τηλέφωνα. Yπάρχει
χώρος για τ’ αυτοκίνητα, για τις μοτοσυκλέτες.

Mα δεν υπάρχει χώρος για τον γέροντα.
Σαν το ξερό κλαδί είναι ο γέροντας…
το σπάζουν και το παν στην αποθήκη…
σ’ ένα γηροκομείο δηλαδή. Κι αφήνοντάς τον
ούτε που θέλουν πια να ξέρουνε τι γίνεται,
αν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891)

*

Γεννήθηκε στην Πόλη το μακρινό 1815. Πέθανε σαν σήμερα, στις 14 Απριλίου 1891. Με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους γαλούχησε γενιές. Τρία επεισόδια της ανθρώπινης κωμωδίας από τις σπουδαίες σελίδες του. – ΚΚ

///

«Τω 322», αφηγείται ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αντλώντας με τη σειρά του απ’ τον Πλούταρχο, «ο στόλος των Αθηναίων ηττήθη κατά κράτος υπό του Μακεδόνος Κλείτου περί Αμοργόν.» Ο δημαγωγός Στρατοκλής, προτού καν φτάσουν στην πόλη τα νέα, «εισελαύνει εστεφανωμένος» από το Δίπυλο, «βεβαιοί ότι νενικήκασι» και βάζει τον δήμο να εκδώσει ψήφισμα για επίσημες γιορτές και πανηγύρια.

Πανηγύριζε ακόμη η πόλη, όταν «καταφθάνουσιν εις Πειραιά τα ελεεινά του στόλου λείψανα». Ο δε Στρατοκλής, βλέποντας το πλήθος να αγανακτεί μαζί του που το είχε ξεγελάσει, θα δικαιολογηθεί με το αμίμητο: «Είτα τι πεπόνθατε δεινόν ή δύο ημέρας ηδέως γεγόνατε;» Ή, σε μεταγραφή: «Τι το φοβερό πάθατε; Περάσατε και δυο μέρες ευχάριστα!»

Παρ’ όλα αυτά, δεν έχασε τη θέση του, «δεν έπαυσε πρωτεύων εν Αθήναις». Στο τέλος μάλιστα «και παντοδύναμος ενταύθα εγένετο.»

///

Ότι ο στρατηγός Λυσίας ήταν ναυαγός, μας βεβαιώνει ο Παπαρρηγόπουλος, «είχεν αποδειχθή αναμφισβητήτως».

Στις Αργινούσες, κατά τη ναυμαχία με τους Λακεδαιμόνιους, σώθηκε πάνω σ’ ένα πλοίο βουλιαγμένο. Ακόμη κι αν οι άλλοι επτά συστρατηγοί του στον αθηναϊκό στόλο ήταν ένοχοι επειδή δεν περισυνέλεξαν (εν μέσω τρικυμίας!) τους πεσόντες και τους ναυαγούς, «ο Λυσίας ήτο ομολογουμένως αθώος».

Όμως οι αγανακτισμένοι στον δήμο ήταν πλήθος και οι λαοπλάνοι που τους έβαζαν φιτίλια άνθρωποι επιδέξιοι. Παρακάμφθηκαν λοιπόν κανόνες δικονομικοί και περιττά δικαστήρια και στήθηκαν στα γρήγορα «εις εκάστην φυλήν δύο υδρίαι, δηλαδή, ως ηθέλομεν ειπεί σήμερον, δύο κάλπαι».

Με άλλα λόγια, διενεργήθηκε (και τότε…) δημοψήφισμα πάνω σε ερώτημα εκβιαστικό: είτε όλοι ένοχοι, είτε όλοι αθώοι! Ο σοφός δήμος αν διάλεγε το δεύτερο «έμελλε να αποφασίση ότι και ο Λυσίας ήτο ένοχος διότι ναυαγός ων δεν έσωσε τους άλλους ναυαγούς»!!

Όπερ και εγένετο. Ο Λυσίας εκτελέστηκε μαζί με τους άλλους. Σ’ όσους μέσα σε κλίμα απίστευτης κατατρομοκράτησης αποτόλμησαν να διαμαρτυρηθούν για το παράλογο της διαδικασίας (ανάμεσά τους, μόνος αυτός μέχρι τέλους, ο Σωκράτης), το πλήθος βροντοφώναζε ότι «δεινὸν εἶναι εἰ μή τις ἐάσει τὸν δῆμον πράττειν ὃ ἂν βούληται», όπως διαβάζουμε στον Ξενοφώντα. Δηλαδή ότι είναι φοβερό να απαγορεύουν στον λαό να κάνει ό,τι του καπνίσει.

///

«Ο υδραυλικός Κράτης ο Χαλκιδεύς», γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, επεχείρησε μετά από εντολή του Αλέξανδρου «ν’ αποξηράνη την Κωπαΐδα.» Και είχε ήδη προχωρήσει αρκετά με το έργο όταν «αίφνης ηναγκάσθη να το διακόψη, στασιασάντων των Βοιωτών». Τι είχε συμβεί; «… οι Θηβαίοι εφοβήθησαν μήπως εξ αυτού ωφεληθώσιν οι Ορχομένιοι, οι αρχαίοι αυτών αντίζηλοι»…

Το περιστατικό το πρωτοβρίσκουμε στον Στράβωνα. Το ανέκδοτο με την κατσίκα του γείτονα, υποστηρίζουν οι μελετητές, είναι άλλης περιόδου.

*

*

*

 

Πόσα βιβλία χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸ ἐρώτημα παραλλάσσει βέβαια τὸν τίτλο τοῦ περίφημου διηγήματος τοῦ Τολστόι «Πόση γῆ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;» Σ’ αὐτὸ ὁ ἥρωας, ἕνας ἄπληστος γαιοκτήμονας, βρίσκει ὄντως τελικὰ τὴν ἀπάντηση, πεθαίνοντας πάνω στὴν προσπάθεια νὰ αὐξήσει τὸ ἔχει του: δυὸ μέτρα ὅλη κι ὅλη.

Μὲ τὰ βιβλία τὸ πράγμα δὲν εἶναι τόσο ἁπλό. Ὁ Μάριο Βάργκας Λιόσα σ’ ἕνα μυθιστόρημά του ἔθεσε τὸν κανόνα τῶν χιλίων: χίλια βιβλία, οὔτε ἕνα παραπάνω, ἂν θὲς νὰ μπάσεις στὸ σπίτι ἕνα καινούργιο, πρέπει νὰ ξεσκαρτάρεις ἕνα παλιό. Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς ἦταν πολὺ πιὸ αὐστηρός: μιὰ ἐταζέρα, ἕνα ραφάκι, χωράει τὰ οὐσιώδη. Καὶ ὁ συνονόματός του Κωστῆς Παπαγιώργης ὑπερθεμάτιζε. Τὰ μεγάλα βιβλία τῆς ἀνθρωπότητας, ἔλεγε, εἶναι γραμμένα ὅλα πρὸ Χριστοῦ.

Μέχρι σχετικὰ πρόσφατα, τὸ πρόβλημα τὸ ἔλυνε τὸ κόστος καὶ ἡ σπανιότητα τῶν ἐκδόσεων. Ὁ Δομήνικος Θεοτοκόπουλος εἶχε στὴν κατοχή του 137 βιβλία ὅλα κι ὅλα. Τόσα τουλάχιστον μετρήθηκαν στὸ ἐργαστήρι του μετὰ τὸν θάνατό του. Ἀνάμεσά τους 27 ἑλληνικά. (Οὔτε ἕνας τόμος τοῦ Πλάτωνα!) Καμιὰ τριακοσαριὰ τίτλους περιεῖχε ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Κάντ, τὸ ξέρουμε ἐπειδὴ μᾶς σώθηκε ὁ κατάλογος τοῦ δημοπρατηρίου ποὺ τοὺς ἔβγαλε στὸ σφυρὶ ὅταν πέθανε. Γύρω στοὺς 700-800 κώδικες ἦταν τὸ ρεγάλο του Βησσαρίωνα πρὸς τοὺς Βενετούς, θεμέλιο τῆς Μαρκιανῆς Βιβλιοθήκης. (Λένε ὅτι ἡ δωρεὰ ἦταν μὲ προθεσμία: τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας. Ὄχι φυσικὰ ὅτι οἱ ἀπελευθερωθέντες τὰ διεκδικήσαμε ποτέ – δὲν εἶναι δὰ καὶ Ἐλγίνεια…)

Τὸν καιρὸ τοῦ Σαίξπηρ, σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία ὑπῆρχαν μόνο δέκα βιβλιοθῆκες μὲ περισσότερους ἀπὸ 1000 τόμους, ἡ μία τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος Ἐλισάβετ Α΄. Γύρω στὰ 1600, ἀκόμη καὶ στὶς μεγάλες χῶρες εἶναι ζήτημα ἂν ἔβγαιναν περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸ λογοτεχνικὰ βιβλία τὸν χρόνο. Καμιὰ σαρανταριὰ τίτλοι ἦταν ἡ ἐτήσια ἑλληνικὴ παραγωγὴ σὲ ὅλα τὰ εἴδη γραφῆς τὸν 18ο αἰῶνα. Στὰ 1850 ἔβγαιναν περίπου 150 τίτλοι κάθε χρονιά.

Σήμερα, ἐποχὴ πρωτοφανοῦς πληθωρισμοῦ, οἱ τίτλοι ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρονιὰ στὴν Ἑλλάδα εἶναι περὶ τοὺς 10.000. Καὶ τὸ βιβλίο γιὰ τοὺς ἐραστές του μοιάζει νὰ ἔχει γίνει βραχνάς. «Τί νὰ πρωτοδιαβάσεις;» ρωτοῦσε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης σὲ ἐπιφυλλίδα του τὸ μακρινὸ 1972 γιὰ τὴν πλημμυρίδα τῶν νεοεκδιδόμενων.

«Καὶ μόνο γιὰ νὰ κόβεις τὰ φύλλα τους δὲν φτάνει ἡ μισὴ μέρα. Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τὴν ἄλλη μισὴ τὴν ἀφιερώνω στὸ διάβασμα. Καὶ τὴ νύχτα. Πάλι δὲν θὰ προφταίνω. Ἐγὼ σοῦ λέω πὼς δὲν κάνω καμμιὰν ἄλλη δουλειά… Ὑπόθεσε πὼς γίνομαι ἀναγνωστικὴ μηχανή. Τί θὰ πετύχω; Ἡ ἀντίληψή μου θὰ στομώσει, θ’ ἀποβλακωθῶ, δὲν θὰ καταλαβαίνω τί διαβάζω, δὲν θ’ ἀφομοιώνω τὸ παραμικρὸ καὶ θὰ εἶμαι πιὰ ἀνίκανος νὰ κρίνω. Τότε πρὸς τί τὸ διάβασμα;»

Μὲ παρόμοια λόγια περιγράφει τὸ ἄγχος τοῦ φιλότιμου ἀναγνώστη ὁ Τέλλος Ἄγρας σ’ ἕνα κείμενό του γραμμένο στὰ 1944. (περισσότερα…)

Η Ανάσταση του Φαίδωνα

*

Λεύκες και βραχυχίτωνες, στις δυο πλευρές του δρόμου,
Στρατιές – ως στον ορίζοντα – στα ανοιχτά του κόσμου
Ιερουργούν καθώς φυσά γεμάτος φύση αέρας:

Θείες κινήσεις
Μέσα σου, πάλι, δείχνουν
Το απέραντο.

Όλοι βαδίζουν κατά ’κει που στέκει ο ήλιος:
Τα σώματα αμυδρότερα πλησιάζοντας το φως.
Όμως τα μάτια επιμένουνε στις γαίες,
Στους λίθους, στα αμείλικτα μέταλλα.
Και στην αμφίστομη ευμένεια της ημιζωής:
Δυσπρόσια, σμαράγδια, λανθάνια, χαλκοί,
Πυρακτωμένα χρώματα της ματαιότητας
Που αλυχτάει ζητιανεύοντας σαν σκύλος
Που από την πείνα τρώει τα κόκαλά του.

Σώματα δυσδιάκριτα σαν έρχεται το φως,
Μάτια που ούτε φαντάζονται πως είναι ουρανός.
Μονάχα όσα παιδιά απέμειναν κοιτάζουν
Ατάραχα τα ύψη του Βυθού:

Απόψε οι κύκνοι χτίζουν τις φωλιές
Με ματωμένα σάβανα του Ιησού.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

**

 

Κάππα όπως Κάφκα

 *

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Eίναι δύσκολο να γίνει μια ταινία, ένα αυτόνομο έργο τέχνης, πάνω στη ζωή του Κάφκα, ενός συγγραφέα που η επιτυχία του συνδέθηκε με την παραγωγή ενός επιθέτου (καφκικός), του οποίου η συμβολική δυναμική αποτελεί πλέον ένα κοινό και γενικώς αποδεκτό νόμισμα. Μοιραία τότε η ζωή και το έργο θα αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, το ένα θα χρησιμεύει ως «άλλοθι» του άλλου, συστήνοντας ένα νοηματικό και ιδεολογικό νεφέλωμα όπου είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το «μυθολογικό», το παραλογοτεχνικό, από το καθαυτό και γνήσια αισθητικό, αν αυτό το τελευταίο υφίσταται όντως και δεν είναι απλώς μια οφθαλμαπάτη όσων παίρνουν υπερβολικά σοβαρά την ύπαρξη της αυθεντικής αισθητικής αξίας.

Όλα αυτά με αφορμή την ταινία της Ανιέσκα Χόλλαντ που εσχάτως κυκλοφόρησε και έχει τον τίτλο απλά και σκέτα Φραντς Κάφκα, από όπου και εύλογα προκύπτει και το περιεχόμενό της. Θέλοντας και μη, ο Φραντς Κάφκα της Χόλαντ μάς παραπέμπει στον ακόμη πιο απλά και σκέτα Κάφκα του Στήβεν Σόντεμπεργκ, ταινία από την εμφάνιση της οποίας έχουν ήδη κυλήσει πάνω από τριάντα χρόνια, και βέβαια στη Δίκη του Όρσον Γουέλς, που δείχνει να προσανατολίζεται περισσότερο σε ένα συγκεκριμένο έργο του συγγραφέα, και όχι ειδικά στη ζωή του, παρότι τελικά αποδεικνύεται ότι ο διαχωρισμός αυτός της Δίκης από τον Κάφκα, του Κάφκα από το «καφκικό», είναι σχεδόν ανέφικτος. Ο θρύλος του Κάφκα κάνει δύσκολη την απλή και μόνη εστίασή μας στο έργο του, ή σε μια εκδοχή της εγκαταβίωσής του στην τσεχική πρωτεύουσα.

Και οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές των ταινιών ενσαρκώνουν αυτό που λέμε διαλεκτική ρόλου και ηθοποιού, ή, τουλάχιστον για τις δύο πρώτες περιπτώσεις, διαλεκτική σταρ και ρόλου: στη μορφή του Άντονι Πέρκινς απηχείται απαρανάγνωστα η ψυχοδυναμική του Νόρμαν Μπέητς από το Ψυχώ του Χίτσκοκ, ενώ η εκλέπτυνση των ρόλων του Τζέρεμυ Άιρονς δεν είναι δυνατόν να παραβλεφθεί ως κριτήριο για την επιλογή του στον ρόλο του μεσοαστού Τσεχοεβραίου Φραντς, που τυλίγεται αργά αλλά σταθερά στα δίχτυα μιας ανώνυμης εξουσίας, άρα και μοίρας.

Από την ταινία του Γουέλς ήδη έγινε σαφές ότι Κάφκα χωρίς Πράγα δεν νοείται. Και βέβαια, όχι μιαν οποιαδήποτε Πράγα αλλά αυτήν που προσφέρεται στην όρασή μας μέσα από τα άχνινα τούλια που αναδύει ο Μολδάβας θολώνοντας τη σκοπιά από τη γέφυρα του Καρόλου. Μια Πράγα ασπρόμαυρη, νυχτερινή, γεμάτη από μακριές απειλητικές σκιές, φωτισμένη από το φωταέριο της εποχής (κάτι που τονίζει ο Σόντεμπεργκ ήδη από την πρώτη σεκάνς της ταινίας του). Μια Πράγα με πλάνα διαγώνια, που τονίζουν την υποκειμενική, ή ασταθή, θέαση, εκείνην που ο Γουέλς πρότεινε ως αφηγηματική και αισθητική καινοτομία ήδη με τον Πολίτη Κέην. Και, βέβαια, η λιτή εκφραστικότητα του chiaroscuro ψάχνει τις αντιστοιχίες με τη μοιρολατρία και το αδιέξοδο, τόσο το ατομικό όσο και το αψβουργικό, της καφκικής εποχής, για να εδραιώσει την κοσμοαντίληψη του συγγραφέα του Πύργου και το πρίσμα υπό το οποίο τη βλέπουμε τόσα χρόνια μετά εμείς, στις αρχές του 21ού αιώνα, παρά την πρόταση των Ντελέζ και Γκουατταρί στον δικό τους Κάφκα ότι ο συγγραφέας της Μεταμόρφωσης είναι κατά βάθος ένας εύθυμος και αισιόδοξος συγγραφέας, και παρά τις νεότερες εκδοχές για τον καφκικό βίο που ναι μεν θέλουν τον συγγραφέα κολλημένο στη μοιραία πόλη, αλλά κλίνουν και προς την εικόνα ενός εξωστρεφούς φυσιολάτρη. Η αισθητική του ασπρόμαυρου πάντως δεν είναι τυφλοσούρτης. Στην ταινία του Σόντεμπεργκ εγκαταλείπεται από ένα σημείο και μετά για να υπομνηματίσει την έξοδο από τον εφιάλτη, που είναι απλώς παροδική όμως. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς, Λαμπρή

*

Δράμα και θάμα του Απριλιού γιορτή και του Κυρίου,
Λαμπρή,
μυστικό ρόδο που οι σκληροί γεννούν του μαρτυρίου
Σταυροί.
Χαρά των άδολων καρδιών και των ολόασπρων κρίνων,
Λαμπρή,
βόηθα, τη δόξα του ξανά το Γένος των Ελλήνων
να βρει.
Γίνε Ελεούσα Παναγιά ή με το δόρυ η Κόρη,
Λαμπρή,
μεσουρανίς κάμε να πάνε ως πρώτα οι δαφνοφόροι
καιροί.
Στο στόμα ως έχουν το φιλί του Πάσχα όλοι, μεγάλοι,
μικροί,
δείξε φιλί αναστάσιμο και την Ελλάδα πάλι,
Λαμπρή.
Πρόσταξε του όκνου οι δαίμονες να πέσουν και του μίσους
νεκροί.
Στήσε μας της θυσίας βωμούς και της αγάπης Κροίσους,
Λαμπρή.
Από λατρείες παλιές και νέες άναψε Υμέναιον ένα,
Λαμπρή,
για μιαν απίστευτη στο θάμα των Ελλήνων γέννα,
μπορεί.

*

*

*

Άγγελος Σικελιανός, Ο Χριστός λυόμενος

*

Σωπάστε, αδέρφια. Το τραπέζι είναι στρωμένο.
Και δεν θα το ξεστρώσουμε πριν πάρει τέλος.
Να πιείτε σεις, να πιουν κι αυτοί, να πιω κι εγώ, συντρόφοι,
πασχαλινό είν’ το τραπέζι και μεγάλο
κι οχτρούς και φίλους τούς χωράει η ίδια τάβλα.
Καθένας το ποτήρι του να πιεί. Καθένας να μεθύσει
με το δικό του το μυαλό κι όποιο του πάει τραγούδι
να τραγουδήσει πάνω στα κεράσματα.
Τι εδώ είναι Πάσχα. Και το θέλουμε ως το τέλος Πάσχα.
Πάσχα πλατύ, Πάσχα τρανό σαν την καρδιά μας,
Πάσχα για οχτρούς, Πάσχα για φίλους, Πάσχα για όλους.
Τι ένα σφαχτό μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες
σαν οι καρδιές μονιάσουν όλες στην αλήθεια.
Όρκο μεγάλο ομόσωμεν, αδέλφια, αλήθεια.
Το νιόν αυτό παράδεισο που μας αντάμωσε όλους
με τους αγώνες στην αρχή, με το ψωμί κατόπι,
με τις δροσιές του, με τα λουλούδια, με τα πουλιά του
να τον απλώσουμε στη γην αγάλι-αγάλι
κι οι Ανατολίτες λαοί κι από τη Δύση να το σπρώξουν.
Ακούραστοι μπροστά κι αντάμα πάντα
το ζωντανό νερό της πίστης μας, αδέλφια,
απ’ τους φραγμούς να το λυτρώσουμε, τον κόσμο να ποτίσει.

*

*

*

Ανάσταση χωρίς (Άγιο) Φως

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το δικαστήριο δεν βρήκε το παραμικρό ψεύδος στην έρευνά μου-βιβλίο «Λύτρωση, Περί του Αγίου Φωτός», που κατέληξε στο τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι το Άγιο Φως ανάβει κάθε χρόνο με αναπτήρα. Στη δίκη, την οποία δεν κάλυψε κανένα μέσο ενημέρωσης, τέθηκε επιτέλους για πρώτη φορά σε εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, σε κοσμικό δικαστήριο, το ερώτημα των ερωτημάτων: «Μπορείτε να βεβαιώσετε με το χέρι στο Ευαγγέλιο ότι πρόκειται για θαύμα;» Απάντησε: «Το θαύμα το βλέπω στις χιλιάδες του κόσμου που συνωστίζονται εκεί, στις χιλιάδες του κόσμου που αναμένουν με προσμονή και με πίστη και με χαρά στην ελπίδα την οποία τους δίνει η παραλαβή του Αγίου Φωτός…» Άρα αρνήθηκε την εκ θαύματος κάθοδο της φλόγας στα κεριά του Πατριάρχη μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Επίσης, ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κ. Τιμόθεος, στην ερώτησή μου αν μπορεί η Ελλαδική Εκκλησία να πάρει θέση για το θέμα απάντησε: «Είναι πολύ δύσκολο να ειπωθεί η αλήθεια στους πιστούς».
Απ’ τον ιστοχώρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΛΙΚΑΚΟΥ
Αν ο Θεός άναβε το Φως σε αυτούς, τότε είναι που δεν θα πίστευα!
@salonikios2012
Το ενδεχόμενο να μην καταστεί εφικτή η μεταφορά του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα το φετινό Πάσχα, εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, άφησε ανοιχτό ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος.
https://orthodoxia.info

///

Έδιναν κι έπαιρναν οι συζητήσεις στο καφενείο περί αφίξεως ή όχι του Αγίου Φωτός απ’ τα Ιεροσόλυμα πριν την Ανάσταση. Οι παλαιότεροι δεν ανησυχούσαν καθόλου. Θυμόνταν απ’ τα μικράτα τους τον παπά ν’ ανάβει το τρικέρι στην Άγια Τράπεζα με τα σπίρτα. Πίσω απ’ την κουρτίνα ήταν κι αυτοί, στο Ιερό μέσα, παπαδοπαίδια τότε – τα σαΐνια του δασκάλου και οι φωστήρες του κατηχητικού. Οι νεώτεροι έφτιαχναν σενάρια για τους Σιωνιστές και τους Μασόνους, τον πόλεμο που δέχεται πανταχόθεν η Ορθοδοξία.

Κι η ώρα περνούσε…

Λίγο πριν την Ανάσταση έφτασε κι ο παπάς. Σταμάτησε στο καφενείο να πει μια καλησπέρα και να πιει ένα ποτήρι νερό.

Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή:

«Ήρθε το Άγιο Φως;»

«Θα έχουμε Άγιο Φως φέτος;»

«Γίνεται Ανάσταση χωρίς Φως;»

Εκείνος έκατσε στην καρέκλα και ξεφύσαγε, όπως ο Καϊάφας προτού σκίσει τα ιμάτιά του. Γέρασε πια, του έπεσαν πολλά τα τρία σκαλιά του καφενείου που ανέβηκε, Γολγοθάς σωστός. Έβγαλε το καλυμμαύχι, λες κι αφαιρούσε τον ακάνθινο στέφανο. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το μέτωπό του σαν του Ιησού πριν το Τετέλεσται. Τον σκούπισε μ’ ένα μαντήλι, που το πέρασε κι απ’ τα χείλη του, σαν σπόγγο βουτηγμένο στο ξίδι – έτσι που μόρφασε…

Είχε μπει πια η Άνοιξη. Ζεστή βραδιά, σαν φτερούγα κοιμισμένου πουλιού σκέπαζε το χωριό. Χύμαγαν απ’ το παράθυρο τ’ αρώματα. Η ευωδιά της αλιφασκιάς έφτανε ζαλιστική, σαν επιτάφιο μύρο, ανακατωμένο με την αψάδα του θυμαριού και της θρούμπας. Άνοιγαν το στόμα οι κρίνοι κι έπιναν την ανάσα του δεντρολίβανου στα βελουδένια ποτήρια τους· ανάδευαν τις κίτρινες γλώσσες και νανούριζαν τ’ αποκαρωμένα έντομα που φώλιασαν εκεί, πασπαλισμένα απ’ την απαλότατη πούδρα τους.

Ο παπάς μισόκλεισε ναρκωμένος τα βλέφαρα και εισέπνευσε τις μυρωδιές· τρεμόπαιξαν τα ρουθούνια του από αόρατους κόκκους γύρης και υγράνθηκαν τα μάτια του.

Ύστερα ξερόβηξε, να καθαρίσει την φωνή του.

«Δεν ήρθε το Φως!» είπε απλά, λες κι έλεγε για τον καιρό: «θα βρέξει» ή «δεν θα βρέξει». (περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι B΄

Alphonse-Marie de Neuville (1835-1885), Η Υπεράσπιση του Μεσολογγίου
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  B΄
( Μέρος Α’ εδώ )

Ήταν οι μέρες που κυρίευε την ψυχή του Σολωμού η αγωνία για την τύχη της αποκλεισμένης πολιτείας αλλά και της Επανάστασης, όταν αντιχτυπούσαν ως τη Ζάκυνθο οι αντίλαλοι κανονιών από τα ρήχη του Μεσολογγιού, ενώ γυναικόπαιδα «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού» γέμιζαν τους δρόμους και τα καντούνια του νησιού, και άλλες πόρτες άνοιγαν κι άλλες κλείνανε ερμητικά. Η αγωνία εκείνη θα γεννήσει μια σύνθεση που για χρόνια θα υφαίνει και θα ανυφαίνει, θα καταλύει και θα αναπλάθει όλο και τεχνικώτερα, μέχρι να αποδώσει τέλεια το ύψος του ακέραιου ανθρώπου, «το ύψος της ψυχής και εν ταυτώ τα φυσικά αισθήματα εις όλη τους τη σφοδρότητα» αλλά και «τα ιδιώματα του θείου πλάσματος», όπως σημειώνει ο Πολυλάς. Το έργο αυτό, που θα συγκεφαλαιώσει τη ζωή και τις ιδέες του, ο Σολωμός το δούλεψε περισσότερο από κάθε τι, σε όλη του τη ζωή σχεδόν. Το μέγα γεγονός της Εξόδου θα μετουσιωθεί τελικά με στέρεες λέξεις, τομές παραδειγματικές και έναν έξοχο συνδυασμό αφηγηματικών τρόπων και προσωπικών λόγων, στον ύψιστο συμβολισμό του ανθρώπου που ξεπερνά κάθε ανάγκη μα και κάθε ομορφιά της ζωής, για να λάμψει η ελευθερία ως ουσία του.

Πολυσήμαντο θα ήταν ένα τέτοιο ποίημα («η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη» όριζαν εξαρχής οι προλεγόμενοι Στοχασμοί), και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολυεπίπεδο –αισθητικά, φιλοσοφικά, αφηγηματικά– ώστε να μορφοποιηθεί η Ιδέα και να γίνει εφικτή η απόδοση της υπεραισθητής φύσης του ανθρώπου και η συμφιλιωτική αρμονία μεταξύ της εξωτερικής ύπαρξης των όντων και της βαθύτερης ουσίας τους. «Μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό, από την αρχή ως το τέλος, όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα». Η βία του εχθρού, η πείνα, η αρρώστια, οι πειρασμοί του έρωτα και του ξανθού Απρίλη, η σαγηνευτική φύση που είναι στην πιο καλή της ώρα, δεν θα μετακινεί τους Πολιορκημένους ούτε βήμα από την προσήλωση στο Ιδανικό και στο Χρέος.

Πάθη και αισθήματα, ορμήματα και φρονήματα, όλα σε αρμονική ισοζυγία και με δέος: έρωτας, μητρική αγάπη, τα κάλλη της φύσης, η δόξα, σύμπασα η ζωή. Μα όταν εναντιώνονται στο Πνεύμα όλα τούτα, όταν γίνονται απειλές για την Ιδέα, αυτή, κυρίαρχη, πανωραία και παντοδύναμη, υποτάσσει κάθε ατομικότητα, κάθε πάθος. Σε αυτό το Χρέος (αρχικός τίτλος που σκεπτόταν να δώσει στο έργο τούτο ο Σολωμός) βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της τέχνης αλλά και της ζωής τελικά. Γιατί η τέχνη έχει νόημα μόνον όταν ελευθερώνει τον άνθρωπο. Στο ποίημα του Χρέους, όπως σημειώνεται στους Στοχασμούς, «μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος». Στο τέλος, οι πολιορκημένοι θα θριαμβεύσουν επί της Οδύνης και θα φτάσουν όχι απλώς στην ηθική αυτοσυνειδησία αλλά στη Λύτρωση. (περισσότερα…)

Στολίζοντας τον Επιτάφιο στον Άγιο Μηνά

*

Είναι που με σπατάλη ανθών και μύρων υμνείται ο θάνατος
από τη Γεωργία, τη Μαρία, τη Ζωή, τη Ζηνοβία
ομορφοχτενισμένες, μοσκοπλυμένες, απλοντυμένες
φασκομηλιές καημέχαρες, αγαθές φαρμακούσες
ξομπλιάστρες κατηφείς που σιγοψιθυρίζουνε
χρυσοχέρες δοσμένες στο επιτάφιο εργόχειρό τους.
Αχ και να τις έπαιρνε κι αυτές μαζί του ο Νυμφίος
κάπως μέσα σ’ όλα αυτά τα κρίνα και τις ευωδιές
και τους ύμνους να χωνότανε,
να παραδινότανε
ανθοστολισμένες, παρηγορημένες, γλυκοθανατούσες
κι ας ξέρουνε πως δεν υπάρχει ανάσταση.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ

*

**

Αουρέλιο Μπραντολίνι, Ομιλία για το Πάθος του Κυρίου μας

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Η ανατίμηση της επιδεικτικής ρητορικής συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ανθρωπιστών ήδη από τον 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικά, στην «Ομιλία της Στέψης» (1341), ο Πετράρχης αναλαμβάνει να εγκωμιάσει την ποίηση και τον ποιητικό βίο, προκειμένου να του αποδοθεί δημόσια καταξίωση από την πόλη της Ρώμης. Ο λόγος του τηρεί την παράδοση της σχολαστικής «θεματικής» ομιλίας (sermo modernus), κατά την οποία ο ομιλητής αντλεί έμπνευση από ένα βιβλικό χωρίο («θέμα», «ύλη»), προχωρώντας στη διαίρεση και την ερμηνευτική/θεολογική του ανάπτυξη. Ο Πετράρχης πρωτοτυπεί επιλέγοντας ως «θέμα», όχι ένα χωρίο της Γραφής, αλλά στίχους του Βιργιλίου, σηματοδοτώντας τη στροφή σε κλασικά πρότυπα. Από τις αρχές του 15ου αιώνα, η στροφή αυτή δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο, αλλά επεκτείνεται πια και στην ίδια τη μορφή και τη δομή του επιδεικτικού λόγου. Στη σχολαστική «διαίρεση» αντιτείνονται η ομορφιά και η δύναμη της ενότητας, της συνοχής και του φορτίου πειθούς του λόγου. Οι ρήτορες της Αναγέννησης αναζητούν, και μιμούνται συνειδητά, αρχαία εγκώμια και επαίνους, ενίοτε υπερβαίνοντάς τα αισθητά. Ωστόσο, η κυριαρχία του παραδείγματος της «θεματικής» ομιλίας, καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη την επικράτηση κλασικών προτύπων στον έπαινο θρησκευτικών προσώπων. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Aurelio «Lippo» Brandolini στο εγχειρίδιο Ρητορικής του, De ratione scribendi (περ. 1485). Ειρωνεύεται όσους εκφωνούν λόγους ωσάν να μην απευθύνονται στον λαό, λησμονώντας, δηλαδή, ότι, σκοπός ενός θρησκευτικού εγκωμίου είναι η πρόκληση θαυμασμού και αναστοχασμού, και όχι η διδασκαλία. Ο θρησκευτικός ρήτορας δεν πρέπει να είναι στραμμένος στο να αναλύσει διεξοδικά, μα στο να επαινέσει κατάλληλα το θρησκευτικό πρόσωπο, ούτως ώστε να προτρέψει ετερόκλητους ακροατές να το μιμηθούν.

Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η παπική αυλή πρωτοστατεί στην υποδοχή ρητόρων που υιοθέτησαν τη στροφή στον αρχαίο επιδεικτικό λόγο. Στο πλαίσιο ενός πολύπλοκου ημερολογίου θρησκευτικών τελετών και εκδηλώσεων, δίνεται η ευκαιρία σε φιλόδοξους ομιλητές να σταθούν μπροστά στον ποντίφικα, στους καρδιναλίους, και σε άλλους αξιωματούχους της πόλης και της Κουρίας, για όχι παραπάνω από τριάντα λεπτά της ώρας, και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε μια περίσταση που μπορούσε να φανεί καθοριστική για τη μετέπειτα καριέρα τους. Τον ομορφότερο, ίσως, θρησκευτικό έπαινο που εκφωνήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, τον εκφώνησε ο ίδιος ο Μπραντολίνι (1454-1497). Πρόκειται για την ομιλία Για το Πάθος του Κυρίου, η οποία εκφωνήθηκε την 1η Απριλίου 1496, τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώπιον του πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ’, στην Καπέλα Σιστίνα. Ο λόγος επαινέθηκε από όλους τους παρισταμένους και αποτέλεσε υπόδειγμα λατινικής πρόζας ανά τους αιώνες. Η δημοτικότητά του μαρτυρείται από το γεγονός ότι εκδίδεται από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, εντός και εκτός της Ιταλικής χερσονήσου (ενδεικτικά: Ρώμη, Κρακοβία, Βενετία, Κολωνία, Στάργκαρντ, Βαρκελώνη, Μάιντς, Σάλτσμπουργκ) και μεταφράζεται και στα ιταλικά.

Καταγόμενος από τη Φλωρεντία,  με ιδιαίτερα ελαττωματική όραση εκ γενετής (εξού και το προσωνύμιο «Lippo»), ο Μπραντολίνι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιογνώστες και στοχαστές της εποχής του. Η καριέρα του τον οδήγησε στη Νάπολη, τη Ρώμη και τη Βουδαπέστη, ενώ το 1491 εντάχθηκε στο Τάγμα του Αγίου Αυγουστίνου, διαμένοντας μεν στη Φλωρεντία, κηρύττοντας, δε, σε όλη την Ιταλία. Στην περίπτωσή του, θεωρία και πράξη βρίσκονται σε θαυμαστή αρμονία. Στο θεωρητικό του έργο αναγνωρίζει ότι, όταν αντικείμενο εγκωμίου είναι ο ίδιος ο Θεός, η επιδεικτική ρητορική αγγίζει το όριό της: δεν μπορεί να εξυμνηθεί ο ίδιος ο Θεός, καθώς τούτο υπερβαίνει τη δυνατότητα του ανθρώπινου λόγου. Το εγκώμιο πρέπει να προσανατολίζεται σε «τόπους» που συνδέονται με μεμονωμένες πράξεις ή λόγια του Ιησού. Το ύφος και η σύνταξη, τονίζει επίσης, πρέπει να είναι απλά, το δε λεξιλόγιο δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να είναι περίτεχνο ή εξεζητημένο. Τις αρχές αυτές τις τηρεί υποδειγματικά στην ομιλία του Για το πάθος του Κυρίου. Το θύρωμα του εγκωμίου (και, κατά συνέπεια, την ενότητα στο έργο) χαρίζει η ανάδειξη των πράξεων ή λόγων του Ιησού κατά το Πάθος ως εκδηλώσεων τεσσάρων αρετών: της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ταπεινοφροσύνης και της καρτερίας.

Η παρούσα Δοκιμή αποτελεί την πρώτη απόδοση του έργου σε γλώσσα πέραν της Ιταλικής (Ρώμη, 1767). Ταυτόχρονα, αποτελεί την πρώτη παρουσίαση του κειμένου με φιλολογικό υπομνηματισμό, διεθνώς. Η μετάφραση ακολουθεί την έκδοση του Heinrich Bone. Ιδ. Lippi Aurelii Brandolini, Oratio de Passione Domini ad Alexandrum VI Pont. Max. habita, Μάιντς, 1869, 1-28. Στην αρίθμηση των παραγράφων ακολουθώ την έκδοση του Mariotti (Ρώμη, 1767).

(περισσότερα…)